- ὀγδοηκοντατάλαντος
- ὀγδοηκοντα-τάλαντος, achtzig Talente betragend, wert
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ογδοηκοντατάλαντος — ὀγδοηκοντατάλαντος, ον (Α) αυτός που έχει αξία ή βάρος ογδόντα ταλάντων («ἐν εἰρήνη μὲν ὀγδοηκοντατάλαντος ἡμῶν ὁ οἶκος ἐγένετο», Λυσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀγδοήκοντα + τάλαντον] … Dictionary of Greek
ὀγδοηκοντατάλαντος — possessed of eighty talents masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)